Η καυσαλγία του στόματος είναι κατάσταση που ο έχων το πρόβλημα αισθάνεται καύσος παντού στο στοματικό βλεννογόνο ή συνήθως μόνο στη γλώσσα και κυρίως στα δύο πρόσθια τριτημόρια αυτής που μπορεί να συνοδεύεται από διαταραχές της γεύσης ή της αίσθησης χωρίς όμως εμφανείς αλλοιώσεις ή άλλα παθολογικής χροιάς ευρήματα στον βλεννογόνο ή στα δόντια. Ο βαθμός έντασης εκφράζεται με υποκειμενικά κριτήρια και γι’αυτό δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί αντικειμενικά.
Το βέβαιο είναι ότι οι πάσχοντες το παραλαμβάνουν ως πρόβλημα που υπάρχει και επηρεάζει την ποιότητα ζωής έως και στην ψυχική τους συμπεριφορά.

  • Προσβάλλει άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας και κυρίως μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Είναι καλοήθους πρόγνωσης ωστόσο λόγω των ενοχλημάτων οι ασθενείς αποκτούν την ιδέα της καρκινοφοβίας. Τα 2/3 των πασχόντων δηλώνουν αυτόματη παύση των συμπτωμάτων μετά πάροδο 6-7 χρόνων με μεσοδιαστήματα ηρεμίας από 3 – 12 μήνες και επανάκαμψη μετά.

Η θεραπεία περιλαμβάνει αντι-stress φάρμακα, αγχολυτικά ή ηρεμιστικά ή κάποιες φορές Α-λιποϊκό οξύ και παράγωγα βενζοδιαζεπίνης. Επιλεκτικά, σε καταστάσεις που τα συμπτώματα επιμένουν αφόρητα, μπορεί να εφαρμοστεί η νευροαπραξία του γλωσσικού, τομικού ή ρινοϋπερωίου νεύρου μέσω των ειδικών συσκευών και τεχνικών που υπάρχουν. Ωστόσο, το μειονέκτημα της απώλειας της αίσθησης συνήθως αποτρέπει αυτή την επιλογή θεραπείας.

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο φαρμακευτικό σχήμα – Βοηθά η ψυχοθεραπεία συμπεριφοράς.

** Άλλοι συνώνυμοι όροι : Γλωσσοδυνία, στοματική δυσαισθησία, γλωσσοπύρωση, στοματοδυνία, γλωσσικό καύσος, στοματοπύρωση.