Η φοβία για τον οδοντίατρο –γνωστή και με τους όρους οδοντιατρική φοβία, οδοντοφοβία ή οδοντιατρική αγωνία-είναι σύνηθες φαινόμενο που συναντάται στα παιδιά ή στους ενήλικες και είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συναισθηματικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με μελέτες, 50% συναντάται σε παιδιά, 21% σε έφηβους και 27% σε ενήλικες, με μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες.

Το κυριότερο αίτιο της συμπεριφοράς αυτής είναι ο υπερβολικός φόβος και το άγχος για την πραγματοποίηση των οδοντιατρικών εργασιών, τα οποία μετατρέπονται σε φοβία. Με τον όρο ΦΟΒΙΑ , εννοούμε πάρα πολύ έντονο συναίσθημα φόβου απέναντι σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη κατάσταση, όπως εν προκειμένω είναι η επίσκεψη στον οδοντίατρο αλλά και η πραγματοποίηση κάποιας οδοντιατρικής εργασίας. Ο ασθενής έχει συναίσθηση ότι ο φόβος που νιώθει είναι υπερβολικός και παράλογος, αλλά δεν μπορεί να τον ελέγξει.

Το χαρακτηριστικό του φοβικού ασθενή είναι ότι ακυρώνει ή δεν εμφανίζεται στα ραντεβού του, με αποτέλεσμα οι θεραπείες να μην ολοκληρώνονται, η υγεία του στόματος του να χειροτερεύει, κι έτσι εκείνος να νιώθει άβολα με τον κοινωνικό του περίγυρο ή -ακόμα χειρότερα- να οδηγείται στα επείγοντα του νοσοκομείου λόγω έντονου και οξύ πόνου στα δόντια. Η μη συνεργάσιμη συμπεριφορά των ασθενών αυτών, καθιστά τις οδοντιατρικές εργασίες δύσκολες ή και αδύνατες και πολλές φορές ο οδοντίατρος είναι αναγκασμένος να τροποποιήσει το σχέδιο θεραπείας του με κίνδυνο το τελικό αποτέλεσμα να μην είναι το επιθυμητό.

Άλλα αίτια της φοβίας για τον οδοντίατρο είναι διάφορα, σαν κυριότερα όμως θεωρούνται:

  • Αρνητική εμπειρία στον οδοντίατρο, συνήθως κατά την παιδική ηλικία, με κυρίαρχη ανάμνηση τον πόνο, η οποία συνοδεύει το άτομο στη διαδρομή της ζωής του. Η εμπειρία αυτή μπορεί να ανήκει και σε κάποιον στο περιβάλλον του ατόμου (γονείς, συγγενείς, φίλοι) και εκείνο να την αναπαράγει.
  • Πόνος κατά την πραγματοποίηση μιας οδοντιατρικής εργασίας σε προηγούμενη επίσκεψη.
  • Άσχημη συμπεριφορά του οδοντιάτρου (απρόσωπος, αδιάφορος, ψυχρός).
  • Φόβος για τις βελόνες, ενέσεις, τον οδοντιατρικό τροχό κτλ.
  • Φόβος πνιγμού, λόγω των εργαλείων που εισέρχονται στο στόμα.
  • Φόβος απώλειας ελέγχου της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο ασθενής (δεν μπορεί να κινηθεί, δεν βλέπει τί κάνει ο οδοντίατρος στο στόμα του κτλ).
  • Φόβος του αγνώστου, όταν δεν γνωρίζει ο ασθενής τί πρόκειται να γίνει στο στόμα του.
  • Παρουσία ψυχολογικών διαταραχών ποικίλης αιτιολογίας (σε σπάνιες περιπτώσεις).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Οι ασθενείς αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και η αντιμετώπισή τους είναι σύνθετη. Περιλαμβάνει πρώτα την εξάλειψη του αιτίου της φοβίας και στη συνέχεια την πραγματοποίηση των οδοντιατρικών εργασιών. Ο οδοντίατρος που θα αναλάβει έναν τέτοιο ασθενή πρέπει να έχει την κατάλληλη εκπαίδευση, έτσι ώστε να διαγνώσει καταρχήν την ύπαρξη της φοβίας, έπειτα με την κατάλληλη ψυχολογική προσέγγιση και συμπεριφορά απέναντι στον ασθενή, να προσπαθήσει να τον ηρεμήσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και τότε μόνο να ξεκινήσει το σχέδιο θεραπείας του , με τις εργασίες να γίνονται όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα.

Σημαντικό ρόλο παίζει η λήψη λεπτομερούς ιστορικού, η οποία είναι απαραίτητη, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό των φοβικών ασθενών είναι συνειδητοποιημένοι για την κατάστασή τους. Σε περίπτωση που ο ίδιος ο ασθενής δεν αναφέρει κάτι σχετικό, κλινικά συμπτώματα όπως, χλωμάδα, ταχυπαλμία, ναυτία, λιποθυμική τάση πρέπει να υποψιάσουν τον οδοντίατρο ότι μάλλον πρόκειται για φοβικό ασθενή, τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει με μεγάλη προσοχή και ευαισθησία και όχι με αδιαφορία ή και ειρωνεία.

Έτσι, πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε εργασία στο στόμα του ασθενούς, ο οδοντίατρος πρέπει μέσα από συζητήσεις, να εντοπίσει το αίτιο της φοβίας και στη συνέχεια εξηγώντας και πραγματοποιώντας βήμα προς βήμα τα στάδια των εργασιών (είναι η μέθοδος του «εξηγώ-δείχνω-κάνω, tell-show-do» )να τον ηρεμήσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, έτσι ώστε να υπάρχει ικανοποιητική συνεργασία .

Δυστυχώς όμως, δεν μπορούν όλες οι περιπτώσεις των φοβικών ασθενών να αντιμετωπιστούν με την παραπάνω μέθοδο, είτε γιατί τα αίτια είναι πολύπλοκα και χρήζουν παρέμβαση ειδικού (ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή) είτε γιατί ο ίδιος ο ασθενής δεν είναι διατεθειμένος να συνεργαστεί με τον οδοντίατρο για να αντιμετωπιστεί η κατάστασή του.

Τότε, στα πλαίσια του ιατρείου, χορηγείται φαρμακευτική αγωγή λίγη ώρα πριν το ραντεβού, η οποία περιλαμβάνει είτε κάποιο αγχολυτικό ή ηρεμιστικό φάρμακο είτε κάποιο φάρμακο που προκαλεί μέθη. Αν αυτού του τύπου η αγωγή δεν έχει αποτέλεσμα ή ένας μεγάλος αριθμός εργασιών πρέπει να γίνει σε μία φορά, τότε προτείνεται η λύση της γενικής αναισθησίας.

Συμπερασματικά, μόνο ο κατάλληλα εκπαιδευμένος οδοντίατρος μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον φοβικό ασθενή, καθώς η βάση της θεραπείας είναι η εδραίωση μιας σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ οδοντίατρου και ασθενή, αλλά και η βελτίωση της αίσθησης του ελέγχου της κατάστασης από τον ασθενή, βασική παράμετρος της οποίας είναι η ανώδυνη θεραπεία.

Το βέβαιο είναι πάντως πως οι άνθρωποι αυτοί μπορούν πλέον να φροντίσουν το στόμα τους αποτελεσματικά και ανώδυνα, έχοντας τη δυνατότητα να πηγαίνουν με θετική σκέψη στον οδοντίατρο και όχι με φόβο και άγχος!

Βουλγαροπούλου Μαργαρίτα

Χειρ. Οδοντίατρος

Πτυχ. Universite Catholique de Louvain Βρυξελλών

Μετεκπ. Τεχνικές ανώδυνης οδοντιατρικής θεραπείας, UniversiteHenriPoincare, Νανσύ

Μετεκπ. Master Program in Implant Surgery, UCLA Λος Άντζελες